Συνταγή αυτοκτονίας η κρατική «κακή τράπεζα»;

Ως «συνταγή αυτοκτονίας» χαρακτήρισε το ενδεχόμενο δημιουργίας μιας κρατικής «κακής τράπεζας» η οποία θα φορτωθεί τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια (ΜΕΔ), ο σύμβουλος επιχειρήσεων Ανδρέας Αλωνεύτης.

Μιλώντας στην εκπομπή «Μεσημέρι και κάτι» του ΣΙΓΜΑ, ο κ. Αλωνεύτης ανέφερε ότι, πέρα από το ερώτημα πού θα βρεθούν τα χρήματα για ένα τέτοιο εγχείρημα, πρόβλημα αποτελεί το γεγονός ότι θα χρειαστεί να ζητηθεί από τους φορολογούμενους να επωμιστούν το κόστος των αποφάσεων των τραπεζών

για δεύτερη φορά.

Όπως είπε, θα πρέπει «να ξανασώσουμε τις τράπεζες, δεχόμενοι να μεταφερθεί εκείνο το κομμάτι σε μια κρατική τράπεζα. Στην πραγματικότητα, όταν το κράτος βάζει λεφτά σε μια τέτοια κρατική τράπεζα, τα παίρνει από εμάς τους φορολογούμενους», προσθέτοντας ότι «μπορεί να ζητούμε σήμερα από τους φορολογούμενους να κάνουν ξανά bail in στις τράπεζες».

Εξάλλου, τα ΜΕΔ προέκυψαν από το υψηλότατο ποσοστό ιδιωτικού χρέους στην Κύπρο, το οποίο είναι ένα από τα υψηλότερα στην Ευρώπη.

«Δυστυχώς, δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις», είπε και αναφέρθηκε σε πρόσφατη ανακοίνωση της Τράπεζας Κύπρου, στην οποία υποστηρίζεται ότι η Τράπεζα θα πάει στο χρηματιστήριο με πακέτο από περιουσίες οι οποίες έχουν περιέλθει στην κυριότητά της και οι οποίες αποδίδουν ενοίκια.

Στην πραγματικότητα, σύμφωνα με τον ίδιο, η Τράπεζα μεταφέρει από το δανειακό της χαρτοφυλάκιο μερικά εκατομμύρια, τα πωλεί στον κόσμο μέσω του χρηματιστηρίου με (περίπου) εξασφαλισμένη απόδοση.

«Κάνοντας αυτό, το οποίο είναι ένα σωστό βήμα, η ίδια απαλλάσσεται από ένα κομμάτι του δανειακού κεφαλαίου το οποίο μέχρι σήμερα δεν εξυπηρετείτο. Από την άλλη, είναι τέτοιο το ύψος των μη εξυπηρετούμενων δανείων, που δεν μπορεί να υπάρχει ριζική λύση από τη μια μέρα στην άλλη», είπε.

Πρόσθεσε δε ότι σήμερα στην Κύπρο υπάρχουν πολύ καλές ενδείξεις από τον κατασκευαστικό τομέα, δηλαδή αυτός έχει αναζωογονηθεί σε μεγάλο βαθμό, ενώ επισήμανε ότι, σε περίπτωση που οι τράπεζες άρχιζαν να «βγάζουν στο σφυρί» τις εξασφαλίσεις τω δανείων που δεν εξυπηρετούνται, αυτό θα ήταν καταστροφικό τόσο για τις τράπεζες όσο και για την οικονομία.

Όσον αφορά στα νοικοκυριά, ο κ. Αλωνεύτης θεώρησε σκόπιμο να προβεί σε έναν διαχωρισμό: τα νοικοκυριά εκείνα που παραδοσιακά πλήρωναν τις υποχρεώσεις τους αλλά σήμερα δυσκολεύονται και στους στρατηγικούς κακοπληρωτές που ουδέποτε πληρώνουν.

Στην πρώτη περίπτωση, η τράπεζα θα πρέπει να κάνει υπομονή και να προχωρήσει σε διευθέτηση, καθώς σε αυτή την περίπτωση η είσπραξη των χρωστούμενων είναι αρκετά πιθανή στο μέλλον.

Στη δεύτερη περίπτωση, τα συγκεκριμένα νοικοκυριά δεν θα πρέπει να έχουν απαιτήσεις.

Ερωτηθείς αν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα λαμβάνουν υπ’ όψιν όλους αυτούς τους παράγοντες, ο κ. Αλωνεύτης απάντησε ότι κάτι τέτοιο θα έπρεπε να τα ενδιαφέρει, τονίζοντας, ωστόσο, ότι το νομοθετικό πλαίσιο το οποίο έχει ψηφιστεί δεν έχει «τεσταριστεί» ακόμα στα δικαστήρια για να μπορούμε να σχηματίσουμε εικόνα.

Ερωτηθείς σχετικά με τις προοπτικές της κυπριακής οικονομίας, την ανάπτυξη και κατά πόσο αυτή μετακυλίεται στους απλούς πολίτες, ο κ. Αλωνεύτης απάντησε ότι οι προοπτικές για τα επόμενα χρόνια είναι πολύ θετικές και αυτό θα περάσει στους πολίτες.

«Είναι γεγονός ότι μετά την οικονομική κρίση που έχουμε περάσει, θα χρειαστούν μερικά χρόνια για να δούμε όλα τα οφέλη στον πολίτη. Αλλά τα βλέπουμε ήδη».

Υπενθύμισε δε ότι στην πενταετία πριν το 2013, το δημόσιο χρέος αυξανόταν κατά 1 δισ. ευρώ τον χρόνο, ενώ χαρακτήρισε τη διαχείριση που έγινε ως «πολύ καλή», με την Κυβέρνηση να ανακοινώνει ρυθμό ανάπτυξης της τάξεως του 4%, που είναι ο υψηλότερος στην Ευρωζώνη.

«Το δημόσιο χρέος μειώνεται. Οι αποδόσεις των κυπριακών ομολόγων έχουν τις χαμηλότερες αποδόσεις που είχαν ποτέ κι αυτό σημαίνει ότι η Κύπρος μπορεί να πάει πιο εύκολα στις αγορές και να δανειστεί με χαμηλό επιτόκιο. Η ανεργία επίσης μειώνεται, αν και όχι όσο γρήγορα θα θέλαμε. Οι παραγωγικοί τομείς της οικονομίας που έχουν δείξει εξαιρετικές επιδόσεις το 2017 είναι ο τουρισμός, οι κατασκευές και οι υπηρεσίες», σημείωσε.

Πρόσθεσε δε ότι ακόμα και το ιδιωτικό χρέος είναι μειωμένο κατά περίπου 20% σε σχέση με πριν τέσσερα χρόνια.

Keywords
Τυχαία Θέματα