Έλα, κόρη της σελήνης

Και ξαφνικά, μέσα απ’ το σκοτάδι, ένα παχουλό, κάτασπρο χέρι απλώθηκε, πήρε το νερό, κι αφού άνοιξε το καπάκι το έφερε στα χείλη μου και με βοήθησε να πιω. Η δίψα μου ήταν μεγαλύτερη απ’ τη σαστιμάρα μου, κι έτσι απλώς ήπια με άπληστες γουλιές, χωρίς καν να κοιτάξω σε ποιον ανήκε το χέρι...

Keywords
Τυχαία Θέματα