«Ζωγραφίζω αφαιρώντας, δεν προσθέτω ύλη»

Γεννημένος τη δεκαετία του 1990 σε ένα χωριό της Θεσσαλονίκης, τα Νέα Μάλγαρα, έβαλε στις θήκες της μνήμης του τον βασιλικό τάφο της Βεργίνας που είχε επισκεφθεί στα σχολικά του χρόνια και κόκκους ρύζι από τις καλλιέργειες του τόπου του. Χρόνια αργότερα σε αυτό το ελάχιστο ίχνος μνήμης βασίστηκαν οι εγκαταστάσεις του από διάτρητο χαρτί με τις οποίες πέρυσι διακρίθηκε στα βραβεία

τέχνης του Ιδρύματος Τέχνης Μαμιδάκης και η συμμετοχή του ξεχώρισε στην Μπιενάλε Σύγχρονης Τέχνης στη Σμύρνη. Τα έργα του, λεπτά, ευαίσθητα αντικείμενα, παίζουν στο φως και τη σκιά του χώρου όπου έχει δημιουργήσει το ατελιέ του. Πουκάμισα και τσάντες μοιάζουν φτιαγμένα από τις χάρτινες δαντέλες του. Ο Στρατής Ταβλαρίδης μέσω της τεχνικής papercut (χαρτοκοπτική) ζωγραφίζει, όπως τονίζει, προσθαφαιρετικά: αφαιρεί ύλη από το λεπτό χειροποίητο χαρτί και προσθέτει γεωμετρικά και αφηρημένα μοτίβα στην επιφάνειά του. Καθώς αφήνεται στους συνειρμούς, το χέρι του μαθαίνει να πειθαρχεί στη μικροχειρουργική κίνηση της απαιτητικής καλλιτεχνικής διαδικασίας δημιουργώντας κόσμους μέσα από την επανάληψη μιας πρωταρχικής χειρονομίας. Το αφήγημα που δημιουργεί προσφέρεται ανοιχτό για ερμηνεία στον θεατή των έργων του.

Βρέθηκα στην Αθήνα τη χειρότερη περίοδο, το 2012, επιθυμώντας να είμαι καλλιτέχνης. Είχα αποφοιτήσει από την Καλών Τεχνών στη Θεσσαλονίκη, πήγα και στο Λονδίνο για να ψαχτώ καλλιτεχνικά, αλλά τότε δεν ταίριαξε η πόλη στον ψυχισμό μου. Εκανα πολλές δουλειές για να βιοποριστώ αλλά δεν σταμάτησα ποτέ να είμαι ενεργός καλλιτέχνης. Μια φίλη μου είχε πει ότι όλα αυτά που έκανα ως δουλειές είναι πληρωμένα σεμινάρια για να φτάσω σε ό,τι είμαι τώρα εδώ, καλλιτέχνης με το στούντιό του στο Παγκράτι.

Η καλλιτεχνική μου γλώσσα, η χαρτοκοπτική, δημιουργήθηκε πριν μπω στη Σχολή Καλών Τεχνών. Είχα κάνει μια ατομική έκθεση, με υποστήριξη και προτροπή από τους καθηγητές μου στο Λύκειο. Επαιρνα το πορτοφόλιό μου και το έδειχνα γύρω γύρω στη Θεσσαλονίκη για να τα εκθέσω. Με δέχτηκε μια γκαλερί, έδειξα τη δουλειά μου, πουλήθηκαν όλα τα έργα. Τότε η δουλειά μου ήταν με πενάκι και επαναλαμβανόμενα μοτίβα που γέμιζαν επιφάνειες. Στη σχολή τότε που αρχίζουν οι πειραματισμοί, αλλάζω κλίμακα, μεγαλώνω τα μοτίβα, χρησιμοποιώ μεγάλους καμβάδες, ιαπωνικά πινέλα. Τα μοτίβα από πολύ μικρά έγιναν τεράστια. Αλλά αυτά τα έργα πάνω σε μεγάλα τελάρα ήταν δύσκολο να τα μετακινείς και μου ήρθε η ιδέα να τρυπήσω το τελάρο για να δω τι θα είναι αυτό που θα δω μέσα από το έργο. Ακολούθησα αφαιρετική διαδικασία και έτσι έφτασα στα διάτρητα έργα σε ειδικό λευκό χαρτί. Στη διαφάνεια. Η τάση μου είναι να ζωγραφίζω αφαιρώντας. Δεν προσθέτω ύλη. Για πολλά χρόνια ήταν μόνο λευκά έργα σε χαρτί ιαπωνικό, πολύ λεπτό, 19 γραμμαρίων, κομμένα στο χέρι με χειρουργικό νυστέρι.

Θέλω τα έργα να αναπνέουν, να είναι ελεύθερα στον χώρο όπου βρίσκονται. Στη λευκή μου περίοδο, που το εργαστήριό μου ήταν μέσα στο σπίτι, τα έργα είχαν την ικανότητα να εμφανίζονται αλλά και να εξαφανίζονται. Ενώ ζούσα μαζί τους μπορεί να μην τα έβλεπα μέσα στον χώρο και το βράδυ, με μια σκιά, να γινόταν τελείως διαφορετικό έργο. Ηταν σαν να μου έλεγαν «έλα να μας βρεις». Ηταν πολύ ωραία αυτή η αίσθηση.

Το λευκό δεν ήταν μόνο επιλογή για τα έργα. Στη ζωή μου όλη κυριαρχεί το λευκό. Κατοικώ σε σπίτι με λευκούς χώρους, φοράω πάνω μου λευκά Τ-shirts, θέλω να είμαι σε λευκό φως. Με ενδιέφερε αυτή η ιδιότητα που έχει το λευκό, που εμπεριέχει όλα τα χρώματα.

Πέρασα σε χρωματιστά χαρτιά επειδή το αγαπημένο μου λευκό χαρτί έγινε δυσεύρετο. Οταν εξαντλήθηκαν τα αποθέματά του άρχισα να κάνω πειραματισμούς με άλλα χαρτιά. Τώρα χρησιμοποιώ χαρτιά από το Νεπάλ που σε αντίθεση από τα λεπτά φινιρισμένα ιαπωνικά, στην αφή αισθάνεσαι την τραχύτητά τους και φαίνεται η χειρονομία των ανθρώπων που τα έφτιαξαν, γιατί βουτάνε τα χέρια τους στον πολτό και τον πλάθουν. Το νεπαλέζικο χαρτί έχει μία ζωντάνια που με γοητεύει.

Εχω αγαπημένα μοτίβα τα οποία με οδηγούν σε δίνες επανάληψης πάνω στην επιφάνεια του φύλλου χαρτιού. Οπως ένας κόκκος ρυζιού που πολλαπλασιάζεται, απλώνεται και πολλοί τέτοιοι κόκκοι σχηματίζουν σχοινιά. Στη συνέχεια δοκίμασα να παραμορφώσω τον κόκκο του ρυζιού και από το ελάχιστο σημείο εκκίνησης έφτασα στους κυματισμούς. Μέσα στη διαδικασία το μοτίβο καθοδηγεί τους πειραματισμούς μου, η κλίμακα αλλάζει και το έργο μεγεθύνεται. Καθένας διαβάζει διαφορετικά τα έργα. Αλλοι βλέπουν ίχνη, κάποιοι έναστρους ουρανούς. Κι έτσι το έργο φεύγει από μένα και αποκτά σχέση με τον θεατή που το βλέπει.

Εχω μια σχέση με το κείμενο, με τις τραγωδίες, το δράμα. Εμπνέομαι από αυτά που διαβάζω και παίρνω ερεθίσματα τα οποία κουμπώνω σε μια δική μου ιστορία για να μπορώ να βρω τον εαυτό μου σε όλη τη διαδικασία του έργου. Το δοκίμιο της Αν Κάρσον «Ερως ο γλυκόπικρος» το έχω σαν ευαγγέλιο. Απορώ γιατί δεν το μοιράζουν στον κόσμο δωρεάν. Με αυτό το βιβλίο καταλαβαίνεις πόσο λάθος είναι τοποθετημένος ο έρωτας στη ζωή μας. Με τραβά η ποίηση που σε αφήνει να βρεις τον εαυτό σου. Να κλείνεις ένα βιβλίο και να μένει στο μυαλό σου νιώθοντας ότι είσαι εσύ.

Keywords
Τυχαία Θέματα