Ενας πειρατής

Πώς ντύνονται πολλά κορίτσια στα δεκάξι, στα δεκαεπτά τους, διατρανώνοντας – και απολαμβάνοντας ελπίζω – το ντεμπούτο τους στις ενήλικες περιπέτειες και απολαύσεις; Ραντάκι που κόβεται στη γραμμή του στήθους, τζιν που κουμπώνει χαμηλά, στους γοφούς. Ετσι ακριβώς και ο Ιορδάνης, δεκαετίες τώρα. Μόνο που η δική του κοιλιά είναι σαν τρούλος εκκλησίας. Τα δε μπατζάκια του παντελονιού του – το οποίο, μην έχοντας πλυθεί ποτέ, έχει εντελώς ξεχάσει το αρχικό του χρώμα –

σούρνονται και σκουπίζουν το πεζοδρόμιο.

Εξηντάρης πια και βάλε. Από όταν πήγαινα στο λύκειο τον θυμάμαι να κάνει πιάτσα στην οδό Αγίας Ζώνης. Να πηγαινοέρχεται από τον Πλάτανο στην πύλη του Ιδρύματος Ανιάτων, άντε να φτάνει και ως την μπούκα της Φωκίωνος Νέγρη. Να κάνει πιάτσα; Να πλησιάζει – εννοώ – τους θαμώνες των καφενείων, να κλείνει τον δρόμο στους περαστικούς, «δώσε μου δέκα δραχμούλες», να λέει επιτακτικά, «για να πάρω κουλούρι!». Κουλουράς δεν υπήρχε εκεί γύρω. Οι δραχμές αποσύρθηκαν το 2002. Δεν καταδέχθηκε όμως ο Ιορδάνης να αλλάξει τη φράση που έβγαινε από τα κάποτε κατάλευκα δόντια του. Την έκανε τη δουλειά της. Εφερνε το μεροκάματο.

Για πολύ καιρό τον είχα χάσει, είχαν περάσει από τον νου μου τα χειρότερα. Τον ξαναείδα πρόσφατα. Εχει απλώς αλλάξει στέκι, ξημεροβραδιάζεται στην πλατεία Αμερικής. Περιστοιχίζεται από Αφροκυψελιώτες με ράστα και με αφάνες. Παρακολουθεί με την άκρη του ματιού του κάθε λόγης νταραβέρι, εντελώς απαθής, θεϊκά γαλήνιος. Κανένας δεν τολμάει να τον ενοχλήσει, ούτε με βλέμμα καν στραβό ή αδιάκριτο. Χώρια που μοιάζει πλέον με ζωντανό μνημείο του παρελθόντος, παραμένει γιγαντόσωμος, με πλάτες και με χέρες, με μαύρα γένια κι ανακατωμένα μαλλιά – αν του τα χτένιζες, θα έπεφταν πευκοβελόνες. Τον έχει σεβαστεί ο χρόνος, ελάχιστα τον έχει κάμψει. Τυλιγόμαστε εμείς με παλτά και κασκόλ, αράζει εκείνος μες στο κρύο με την κοντή αμάνικη φανέλα του που έχει στο στήθος το σήμα του Ολυμπιακού.

Τι τρώει, πώς διατηρεί τον τρούλο του; Πού κοιμάται; Λέγονταν ιστορίες για μια μάνα – μια θεία; – που τον άφηνε αμολυτό τις μέρες και τον περιμάζευε τα βράδια, δεν τον θυμάμαι όντως στα πέριξ αφότου σκοτείνιαζε… Οποια και να’ταν, θα έχει πιθανότατα συχωρεθεί. Θα έχει βρει καβάντζα ο Ιορδάνης σε κάνα εγκαταλειμμένο σπίτι, δεν τον έχω να διανυκτερεύει στα παγκάκια. Ούτε να καταστρέφει τον εαυτό του με ουσίες και αλκοόλ – άντε να κατεβάζει καμιά μπίρα, να δροσίζεται αφού ντερλικώσει τα πιτόγυρα, που τα πληρώνει δεκαράκι-εικοσαράκι, με την είσπραξη της ημέρας. «Δεν είμαι πρεζόνι, ούτε μπεκρής! Τρελός είμαι!» τον φαντάζομαι να διεκδικεί, στη διαπασών, την αξιοπρέπειά του.

Παλιά κυκλοφορούσαν άφθονοι τρελοί σε κάθε γειτονιά. Τους ελεούσαν και τους βασάνιζαν. Σαν διά Χριστόν σαλούς τους αντιμετώπιζαν και σαν αδέσποτα σκυλιά. Κι όπως τα αδέσποτα τα μαζεύουν σήμερα και τα στειρώνουν, «για το καλό τους και για το καλό μας», έτσι κι εκείνους τους στεγάζουν σε ειδικές δομές και τους παρέχουν ψυχιατρική υποστήριξη και υγιεινή διατροφή. Η λέξη, εννοείται, «τρελός» έχει εξοριστεί από το πολιτικώς ορθό ιδίωμα.

Κάτω από την κρούστα του ανθρωπισμού μας υποψιάζομαι ότι ελλοχεύει η αποστροφή. Ο τρόμος σχεδόν απέναντι στο διαφορετικό που αρνείται να μπει σε κουτάκια. Για να μην πω και ο φθόνος του  – μες στις νευρώσεις του – «υγιούς» ανθρώπου απέναντι στον ψυχωσικό, ο οποίος δεν χαμπαριάζει από κανόνες. Δεν σκοτίζεται να διεκδικήσει δικαιώματα. Του αρκεί να περιφέρεται με ήλιο και βροχή, ίδιος με παλαιολιθικό τροφοσυλλέκτη. Παραπέμποντας στη μοναδική εποχή που – κατά τον Γιουβάλ Νόα Χαράρι – ο homo sapiens διήγε ξένοιαστα κι ευτυχισμένα.

«Τι είναι αυτός;» με ρώτησε η τετράχρονη ανιψιά μου, κοιτάζοντάς τον Ιορδάνη σαν μαγνητισμένη να μασουλάει μια σοκοφρέτα. Πώς να της εξηγούσα, από πού να το έπιανα; «Ενας πειρατής» της είπα. «Σε λίγο θα έρθει και ο παπαγάλος και θα κάτσει στον ώμο του…».

Keywords
Τυχαία Θέματα